9/2016 ΟλΑΠ

Η παρούσα απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου εξετάζει το κατά πόσον υιοθεσία με στοιχεία αλλοδαπότητας παράγει έννομες συνέπειες στην ημεδαπή έννομη τάξη.

Ιστορικό

Έλληνας διέμενε και εργαζόταν στην Ιταλία, απεβίωσε στην Ρώμη αδιάθετος, έχοντας παράλληλα αποκτήσει και την ιταλική ιθαγένεια. Με αμετάκλητη απόφαση του Πολιτικού Δικαστηρίου της Ρώμης, είχε υιοθετήσει τον αναιρεσείοντα, αλβανικής υπηκοότητας. Κατά τον χρόνο του θανάτου, ο πρώτος είχε στην κυριότητά του ακίνητα στην Ελλάδα και την Ιταλία και ήταν μοναδικός δικαιούχος ελληνικού τραπεζικού λογαριασμού. Η αναιρεσίβλητη, η οποία δεν συνδεόταν με συγγενική σχέση με τον θανόντα θετό πατέρα του αναιρεσείοντα, κατακρατεί ως κληρονόμος τα ανωτέρω κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία, που βρίσκονται στην Ελλάδα, με βάση φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του τελευταίου, σύμφωνα με την οποία εγκαταστάθηκε σε αυτήν ως μοναδική κληρονόμος του. Ο ενάγοντας και ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη, επειδή δεν έχει γραφεί από το χέρι του διαθέτη ούτε έχει υπογραφεί από αυτόν και ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης, να αναγνωρισθεί μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του αποδώσει τα κληρονομιαία. Επικουρικά και σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η διαθήκη, να αναγνωρισθεί ότι είναι νόμιμος μεριδούχος στην κληρονομιαία περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος προς άσκηση της ένδικης αγωγής, επειδή δεν είχε αναγνωριστεί στην Ελλάδα με δικαστική απόφαση η ισχύς της αλλοδαπής απόφασης περί υιοθεσίας του τελευταίου, άλλως επειδή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση αυτή σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Με το τελευταίο ως άνω ζήτημα καταπιάνεται και η εν λόγω απόφαση του Αρείου Πάγου: κατά πόσο ισχύει και παράγει έννομα αποτελέσματα στην Ελλάδα η απόφαση περί υιοθεσίας, που τελέστηκε στην Ιταλία ανάμεσα σε υπήκοο Ελλάδας (υιοθετών) και σε υπήκοο Αλβανίας (υιοθετούμενος).

Κατά το ελληνικό νομοθετικό καθεστώς (1579 ΑΚ), η υιοθεσία επιτρέπεται μόνον όταν αυτός που υιοθετείται είναι ανήλικος, με την εξαίρεση της περίπτωσης του άρθρου 1579 ΑΚ, που προβλέπει ότι η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνον όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί. Συνεπώς, βάσει του ελληνικού δικαίου δεν επιτρέπεται η υιοθεσία ενηλίκου, ενώ δεν συνέτρεχαν και οι εξαιρετικές περιστάσεις που περιγράφονται ανωτέρω. Αντιθέτως, σύμφωνα με το ιταλικό και το αλβανικό δίκαιο, η υιοθεσία ήταν έγκυρη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή επικύρωσε το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ’ ουσίαν την έφεση του ενάγοντος – αναιρεσείοντος.

Κρίση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου

O ΑΠ έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 1579 ΑΚ, που επιτρέπει εξαιρετικά την υιοθεσία ενηλίκου, δεν αντίκειται στο άρθρο 5§1 του Συντάγματος, δηλαδή στην αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, ούτε στο άρθρο 21§1 Σ και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, τα οποία κατοχυρώνουν την προστασία της οικογένειας, διότι ο κοινός νομοθέτης δύναται να εισάγει ρυθμίσεις αναφορικά με τους τρόπους σύστασης της οικογένειας.

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την σύσταση και την λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή του υιοθετούντος και τους υιοθετούμενου, με τον όρο ότι οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζονται αν η εφαρμογή τους προσκρούει στα χρηστά ήθη ή την δημόσια τάξη. Έκρινε περαιτέρω ότι η δημόσια τάξη ως ανασχετικός παράγων εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου, λειτουργεί περιπτωσιολογικά. Μόνη η άγνοια ή η απαγόρευση ενός γνωστού σε εμάς θεσμού από το αλλοδαπό δίκαιο, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι η εφαρμογή του δικαίου αυτού κατ’ ανάγκη προσκρούει στην ελληνική δημόσια τάξη. Τελικά, αυτό που προσκρούει ή όχι στην δημόσια τάξη δεν είναι ο κανόνας του αλλοδαπού δικαίου, αλλά η συγκεκριμένη εκάστοτε εφαρμογή του. Ο ΑΠ κλήθηκε να ελέγξει κατά πόσο οι έννομες συνέπειες, οι οποίες θα παραχθούν στην ημεδαπή από την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου επί των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της κάθε ειδικότερης περίπτωσης γίνονται ή όχι ανεκτές από τον κρατούντα στην Ελλάδα βιοτικό κοινωνικό ρυθμό και κατέληξε στο ότι το δικαστήριο θα πρέπει κάθε φορά να ερευνά εξατομικευμένα τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις, οι οποίες καθιστούν αφόρητη για τις θεμελιώδεις, ως άνω αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού δικαίου, την αποδοχή ή απόρριψη μίας τέτοιας αίτησης. Άλλωστε, στην ημεδαπή έννομη τάξη, το ενδιαφέρον σχετικά με τον θεσμό της υιοθεσίας έχει επικεντρωθεί στο συμφέρον του υιοθετούμενου και στην παροχή δυνατότητας σε αυτόν να μεγαλώσει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον με ανάπτυξη σχέσεων στοργής και αφοσίωσης, με σωστή ηθική και πνευματική διαπαιδαγώγηση και με ομαλή εξέλιξη της προσωπικότητάς του.

Το γεγονός ότι εμποδίζεται στην Ελλάδα η υιοθεσία ενηλίκου δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλεισθεί σε κάθε περίπτωση και η αναγνώριση στην Ελλάδα ως έγκυρων υιοθεσιών, που έγιναν σε άλλη χώρα σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο εκεί αλλοδαπό δίκαιο, αλλά και την νομολογία του ΕΔΔΑ: η δυνατότητα αναγνώρισης πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση. Διαφορετικά ανακύπτει ζήτημα προσβολής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ ή και του 14 αυτής και του άρθρου 1 του Π.Π.Π. Τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να αρνηθούν την αναγνώριση ως έγκυρης υιοθεσίας, εφόσον αυτή δημιούργησε στην χώρα όπου συντελέστηκε μια οικογενειακή σχέση που αποτελεί ήδη εκεί «κοινωνική πραγματικότητα», επικαλούμενα απλώς το αντίθετο νομικό καθεστώς υπό το οποίο δικαιοδοτούν, αλλά πρέπει να εξετάζουν τις συνθήκες κάθε περίπτωσης. Στο πλαίσιο αυτό κρίσιμα στοιχεία είναι: α) το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την σύσταση της υιοθεσίας μέχρι τον χρόνο που το κύρος της κρίνεται σε άλλη χώρα, β) η ένταση των σχέσεων που οδήγησαν στην σύσταση της υιοθεσίας και γ) η διάψευση των προσδοκιών των μερών εξ αιτίας αιφνίδιας αλλαγής στο νομικό καθεστώς ή στην πρακτική της χώρας, στην οποία ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του κύρους της.

Συμπερασματικά, καταλήγει το Δικαστήριο ότι σε υποθέσεις υιοθεσίας με στοιχεία αλλοδαπότητας, το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να επιδιώκουν, με την αναγνώριση ως έγκυρων των υιοθεσιών αυτών, την «διασυνοριακή συνέχιση» της προσωπικής κατάστασης και των δεσμών μεταξύ των μερών της υιοθεσίας, εφόσον αυτοί υφίστανται πραγματικά στην έννομη τάξη της αλλοδαπής πολιτείας. Κατά την έννοια αυτή, το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν λειτουργεί ως ένα αυτόνομο εργαλείο για την αναγνώριση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων περί υιοθεσίας, αντικαθιστώντας τους εθνικούς κανόνες, αλλά με γνώμονα αυτό, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να προσαρμόζουν και να ερμηνεύουν την λειτουργία των εθνικών τους κανόνων, στις εκάστοτε ειδικές συνθήκες της υπόθεσης που κρίνουν ad hoc.

Lorem Ipsum: