Περίληψη – Σχολιασμός Απόφασης 1/2007 ΑΠ ως προς τα ζητήματα από την εφαρμογή της ΕΣΔΑ

Σύντομο Ιστορικό

            Η αναιρεσείουσα στην υπόθεση είναι μία ΑΕ, η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας και αντιπροσωπεύει στην Ελλάδα οίκους ξυλείας του εξωτερικού. Από την εταιρεία αυτή, παραιτήθηκαν οι εναγόμενοι στην υπόθεση, οι οποίοι εργάζονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε αυτήν και είχαν σημαντικές θέσεις. Ο μεν πρώτος είχε διατελέσει Γενικός Διευθυντής και Διευθύνων Σύμβουλος, ενώ ο δεύτερος είχε διατελέσει Διευθυντής Πωλήσεων και μέλος του ΔΣ της εταιρείας. Αμέσως μετά την παραίτησή τους, προσχώρησαν, ως υψηλόβαθμα στελέχη (ο ένας πρόεδρος και ο άλλος αντιπρόεδρος), σε εταιρεία ευθέως ανταγωνιστική προς την αναιρεσείουσα. Μάλιστα, ο ένας από τους αναιρεσίβλητους όταν κλήθηκε, κατά την αποχώρησή του, να παραδώσει το αρχείο των συμβάσεων των πελατών και την αλληλογραφία της εταιρείας, τα οποία είχαν καταχωρισθεί στους υπολογιστές της εταιρείας, αρνήθηκε και υποστήριξε, ότι τα αρχεία αυτά είχαν διαγραφεί. Έπειτα, τρεις από τους μεγαλύτερους οίκους, τους οποίους αντιπροσώπευε η αναιρεσείουσα, κατήγγειλαν τις συμβάσεις αντιπροσώπευσης και αποφάσισαν να συνεργαστούν με την εταιρεία, στην οποία είχαν προσχωρήσει οι αναιρεσίβλητοι.

Κρίσιμο είναι εν προκειμένω, ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε από πραγματογνώμονες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ειδικούς στο ηλεκτρονικό έγκλημα, να ανακτήσουν τα διαγραμμένα αρχεία από τους υπολογιστές της εταιρείας. Το πόρισμα της έρευνας κατέληξε στο ότι, οι αναιρεσίβλητοι, χρησιμοποιώντας τους υπολογιστές της εταιρείας και το εταιρικό λογαριασμό e-mail διενεργούσαν αθέμιτες πράξεις εις βάρος της εταιρείας. Η εταιρεία άσκησε αγωγές εις βάρος τους, ωστόσο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αλλά και στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών αρνήθηκαν να λάβουν υπ’ όψιν το πόρισμα της ως άνω έρευνας με το σκεπτικό,  ότι αποτελούσαν παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα. Η αναιρεσείουσα προέβαλε ως λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 9, 9Α και 19 του Σ. και τη μη λήψη υπ’ όψιν αποδεικτικών μέσων, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

 

Το ζήτημα υπό το φως της ΕΣΔΑ

Ο ΑΠ εξέτασε την υπόθεση υπό το φως της ΕΣΔΑ. Πιο συγκεκριμένα, εξέτασε το κατά πόσο θα ήταν συμβατή με το άρθρ. 8 της ΕΣΔΑ η λήψη υπ’ όψιν από το δικάσαν Δικαστήριο των αρχείων, τα οποία ήταν αποθηκευμένα στους υπολογιστές της εταιρείας. Ο ΑΠ, βασιζόμενος στη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου,[1] κατέληξε στο ότι, η ηλεκτρονική αλληλογραφία στο χώρο της δουλειάς αποτελεί ιδιαίτερη έκφανση της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου, προστατευόμενη υπό το άρθρ. 8 της ΕΣΔΑ. Όπως αναφέρει, από τη στιγμή που η αλληλογραφία απέβλεπε «στην εξυπηρέτηση των προσωπικών συμφερόντων των παραιτηθέντων υπαλλήλων», εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρ. 8, ανεξαρτήτως του ότι, τα συμφέροντα αυτά ήταν «εις βάρος της εταιρείας».

Ωστόσο, όπως διαπίστωσε ο ΑΠ, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή δεν είναι απόλυτο. Κατ’ αποτέλεσμα, προκειμένου να ελέγξει τη νομιμότητα της ανάκτησης της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των ως άνω υπαλλήλων, προχώρησε στην περαιτέρω  εξέτασή του ζητήματος, υπό το πρίσμα των θεμιτών περιορισμών του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, όπως άλλωστε προβλέπει η δεύτερη παράγραφος του άρθρ. 8 της ΕΣΔΑ.[2] Η νομική βάση της επέμβασης αυτής, στο δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή αποτέλεσαν τα άρθρ. 4 παρ. 1 εδ α’, β’, γ’ του νόμου για την «Προστασία  του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (ν. 2472/1997), τα οποία επιτρέπουν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων εφόσον, «α. συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β. είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας». Ο ίδιος νόμος στο άρθρ. 5 παρ. 2 εδ α’ έως ε’  προβλέπει, ότι είναι επιτρεπτή η προστασία των προσωπικών δεδομένων, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εφόσον αυτή «είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας […] και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δε θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών»

Επιπλέον, ο ΑΠ έλαβε υπ’ όψιν του το άρθρ. 1 του ν. 146/1914 «περί αθέμιτου ανταγωνισμού», το οποίο απαγορεύει τις πράξεις ανταγωνισμού που αντίκεινται στα χρηστά ήθη κατά τις εμπορικές συναλλαγές. Σύμφωνα με την κρίση του ΑΠ,  η διάταξη αυτή διασφαλίζει αποτελεσματικά την από το άρθρ. 5 παρ. 1 του Σ. εγγυημένη οικονομική ελευθερία, ενώ αντικείμενό της, «δεν είναι μόνο το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ’ επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς». Ακόμα, λήφθηκαν υπ’ όψιν τα άρθρα 652 και 288 ΑΚ και 16 του ν. 146/1914, τα οποία επιβάλλουν υποχρέωση πίστης του εργαζομένου. Άλλωστε, για να είναι ένας περιορισμός σύμφωνος με το άρθρ. 8  της ΕΣΔΑ, θα πρέπει να επιδιώκει έναν από τους αποκλειστικά αναφερόμενους στην παράγραφο 2 νομιμοποιητικούς σκοπούς. Ένας από τους νομιμοποιητικούς αυτούς σκοπούς είναι και  η οικονομική ευημερία της χώρας, στην οποία αποβλέπουν οι διατάξεις για την προστασία του ανταγωνισμού.

Επιπλέον, η επέμβαση στα προσωπική σφαίρα των αναιρεσιβλήτων απέβλεπε και στην προστασία των «συμφερόντων των άλλων», τα οποία επίσης αναφέρονται, ανάμεσα στους θεμιτούς λόγους περιορισμού του δικαιώματος στην προσωπική ζωή, υπό την παράγραφο 2 του άρθρου 8. Στα «συμφέροντα των άλλων» περιλαμβάνονται και το συνταγματικό δικαίωμα έννομης προστασίας του εργοδότη, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του Σ., [3] όπως και το συνταγματικό δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας, το οποίο κατοχυρώνεται στα άρθρα 5 και 106 παρ. 2 του Σ. Έτσι, ο εργοδότης δικαιολογεί έννομο συμφέρον, ώστε να επεξεργαστεί προσωπικά δεδομένα των εργαζομένων, εφόσον του είναι αναγκαία για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ενώπιον δικαστηρίου, διοικητικών ή ανεξάρτητων αρχών.

Έπειτα, ο ΑΠ προέβη σε μία in concreto στάθμιση, με βάση τα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης περίπτωσης, προκειμένου να εξετάσει τη νομιμότητα της ανάκτησης των δεδομένων από τους υπολογιστές.[4] Κρίσιμα γεγονότα ήταν ότι οι υπάλληλοι χρησιμοποιούσαν τους εταιρικούς υπολογιστές και ηλεκτρονικές διευθύνσεις τις οποίες τους είχε παραχωρήσει εταιρεία.[5] Επιπλέον, δεν υπήρξε επιτήρηση των υπαλλήλων κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, αλλά εκ των υστέρων έλεγχος των δεδομένων, τα οποία ήταν αποθηκευμένα στους υπολογιστές. Ακόμα, κρίσιμο ήταν το ότι, τα ανακτηθέντα δεδομένα δεν ήταν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Αντίθετα, τα δεδομένα αφορούσαν μία επιζήμια για την εταιρεία συμπεριφορά και όχι καθαρά προσωπικά στοιχεία των εργαζομένων, όπως ερωτικές προτιμήσεις, θρησκευτικά πιστεύω, φιλοσοφικές ή πολιτικές πεποιθήσεις. Όπως έκρινε ο ΑΠ, «η προετοιμασία του επαγγελματικού μέλλοντος των εν λόγω υπαλλήλων βρίσκεται προδήλως στην περιφέρεια του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, δηλαδή σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση από τον πυρήνα της τελευταίας». Τέλος, για τη νομιμότητα της επέμβασης στο δικαίωμα, κρίσιμο ήταν, ότι ο εν λόγω περιορισμός δεν αφορούσε αποκλειστικά συμφέροντα της αναιρεσείουσας, αλλά και την διασφάλιση της εμπορικής πίστης και του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Για τους λόγους αυτούς, ο ΑΠ έκρινε ότι η ανάκτηση δεδομένων από τους υπολογιστές της εταιρείας ήταν σύμφωνη με το Σ. και την ΕΣΔΑ και κατ’ αποτέλεσμα αναίρεσε την εφετειακή απόφαση.

Η απόφαση του ΕΔΔΑ Bărbulescu κατά Ρουμανίας.

Στην υπόθεση  Bărbulescu κατά Ρουμανίας[6] το ΕΔΔΑ έκρινε την περίπτωση, όπου ένας εργαζόμενος δημιούργησε ένα λογαριασμό στο Yahoo Messenger, κατόπιν παραγγελίας του εργοδότη του, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση των πελατών της επιχείρησης. Ωστόσο, ο υπάλληλος χρησιμοποίησε το λογαριασμό αυτό για προσωπική του χρήση και μεταξύ άλλων αντάλλαξε μηνύματα με τη μνηστή του και τον αδερφό του. Ο εργοδότης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του εργαζομένου, βασιζόμενος στα ως άνω μηνύματα και ισχυριζόμενος, ότι ο εργαζόμενος παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, χρησιμοποιώντας τον εταιρικό λογαριασμό για προσωπική του χρήση. Ο προσφεύγων ενήγαγε τον εργοδότη του στα ρουμανικά δικαστήρια, τα οποία ωστόσο απέρριψαν τους ισχυρισμούς του.[7]

Στην υπόθεση αυτή, το ΕΔΔΑ εντόπισε επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου, ωστόσο δεν έκρινε ότι η επέμβαση αυτή συνιστά παραβίαση του δικαιώματος υπό το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Η υπόθεση έχει ήδη παραπεμφθεί στην ευρεία σύνθεση του Δικαστηρίου. Σε προηγούμενη υπόθεση με όμοια περιστατικά, το ΕΔΔΑ είχε κρίνει αντίθετα, ότι η καταγραφή των τηλεφωνημάτων, των  e-mails, και των επισκέψεων ιστοσελίδων από τον εργαζόμενο, συνιστούσαν επεμβάσεις στην προσωπική του ζωή, αντίθετες στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.[8]

Στην υπόθεση Bărbulescu το ΕΔΔΑ, όπως αντίστοιχα ο ΑΠ στην απόφαση 1/2017, προέβη σε μία στάθμιση ανάμεσα στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου και των συμφερόντων του εργοδότη. Στα πλαίσια αυτά, το ΕΔΔΑ έλαβε υπ’ όψιν  ότι ο εργοδότης απέκτησε πρόσβαση στο λογαριασμό του Yahoo Messenger, με την πεποίθηση ότι περιείχε μηνύματα επαγγελματικού περιεχομένου. Επιπλέον, το ΕΔΔΑ θεώρησε σημαντικό το ότι, τα εθνικά Δικαστήρια της Ρουμανίας εξέτασαν τα μηνύματα μόνο στο βαθμό που ήταν αναγκαίο, δεν υπεισήλθαν στο περιεχόμενο των προσωπικών μηνυμάτων και δεν εξέτασαν μηνύματα που δεν φορούσαν την υπόθεση.[9] Επιπλέον, τόνισε το Δικαστήριο, ότι δεν είναι παράλογο, ο εργοδότης να θέλει να εξακριβώσει, το εάν οι εργαζόμενοι εκπληρώνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, κατά το εργασιακό ωράριο, ακόμα και χωρίς να υπάρχουν υπόνοιες ότι του προξενούν ζημία. [10]

Συμπεράσματα.

Οι δύο αυτές αποφάσεις αποτελούν νομολογιακούς σταθμούς, σε σχέση με ζητήματα που ανάγονται στη συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων και στη χρησιμοποίησή τους ως αποδεικτικά μέσα. Στις δύο αυτές υποθέσεις, έγινε μία στάθμιση, ανάμεσα στα δικαιώματα του εργοδότη αφενός και στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου αφετέρου. Ο ΑΠ έκανε ρητή αναφορά στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας και οικονομικής ελευθερίας του εργοδότη, αλλά και σε λόγους που ανάγονται στην ομαλή λειτουργία της αγοράς. Αντίθετα, το ΕΔΔΑ δεν συμπεριέλαβε ρητή αναφορά στο νόμιμο λόγο περιορισμού του δικαιώματος.[11]

Επιπλέον, κοινό και στις δύο υποθέσεις ήταν το ότι, δεν υπήρξε εκ των προτέρων επιτήρηση των εργαζομένων. Ακόμα, η συλλογή δεδομένων περιορίστηκε στο βαθμό που ήταν αναγκαίο για τη δικαστική επιδίωξη των δικαιωμάτων του εργοδότη, ενώ σε καμία περίπτωση δεν εξετάστηκαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα. Για τους λόγους αυτούς, οι δύο αυτές καινοτόμες αποφάσεις ήταν αποτέλεσμα προσεκτικής στάθμισης και δε συνιστούν «λευκή επιταγή» για τη συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.[12]

[1] Χωρίς ρητή παραπομπή του ΑΠ, Copland v. the UK, απόφαση της 03-07-2007 επί της υπ’ αριθ. 62617/00 προσφυγής, παρ. 41. Αντίστοιχα, για τηλεφωνικές κλήσεις από το χώρο εργασίας, Amman v. Switzerland, απόφαση της 16-2-2000 επί της υπ’ αριθ. 27798/95 προσφυγής, παρ. 44 και Halford v. the UK, απόφαση της 25-6-1997 επί της υπ’ αριθ. 20605/92 προσφυγής, παρ. 44.

[2] Ο ΑΠ εξέτασε παράλληλα τη νομιμότητα του περιορισμού και κατ’ άρθρ. 9 και 9Α του Σ. Ωστόσο, οι σκέψεις του δικαστηρίου εν προκειμένω παρατίθενται προσαρμοσμένες σχηματικά στη διάρθρωση του άρθρ. 8 της ΕΣΔΑ.

[3] Και στο άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ χωρίς ωστόσο να γίνει ρητή αναφορά σε αυτό από τον ΑΠ.

[4] Αντίστοιχα, το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Köpke v. Germany, απόφαση επί του παραδεκτού επί της υπ’ αριθ. 420/07 προσφυγής, όπου εντόπισε παρέμβαση στο δικαίωμα στην προσωπική ζωή του εργαζομένου, χωρίς ωστόσο να εντοπίσει παραβίαση.

[5]  To ΕΔΔΑ έχει μάλιστα αναγνωρίσει την εταιρεία καθ’ εαυτή ως φορέα του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, βλ. Bernh Larsen Holding AS a.o. v. Norway, απόφαση της 08-07-2013 επί της υπ’ αριθ. 24117/08, παρ. 104-107.

[6] Bărbulescu v. Romania, απόφαση της 12-01-2016, επί της υπ’ αριθ. 61496/08 προσφυγής.

[7] Bărbulescu v. Romania, ό.π., παρ. 5-12.

[8] Copland v. the UK ό.π..

[9] Bărbulescu κατά Ρουμανίας, ό.π., παρ. 58, .

[10]Bărbulescu κατά Ρουμανίας, ό.π., παρ. 59.

[11] Επ’ αυτού κριτική, Steve Peers, ‘Is Workplace Privacy Dead? Comments on the Barbulescu judgment’ (EU Law analysis, 14-01-2016) διαθέσιμο εδώ, http://eulawanalysis.blogspot.gr/2016/01/is-workplace-privacy-dead-comments-on.html

[12] Christopher Glancy, ‘Bărbulescu v. Romania clarifies an employers’ rights to monitor the contents of their employees’ private electronic communications’ (White and Case, 04-03-2016) διαθέσιμο εδώ, https://www.whitecase.com/publications/article/barbulescu-v-romania-clarifies-employers-rights-monitor-contents-their

Lorem Ipsum: